Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Οι Έλληνες του Γκέρλιτς






Μια άγνωστη αλλά ενδιαφέρουσα σελίδα ιστορίας

Το Γκέρλιτς (Gorlitz) είναι μια πόλη στην ανατολική πλευρά του κρατιδίου της Σιλεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας η οποία στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο αριθμούσε 90.000 κατοίκους, ενώ σήμερα είναι μια ήσυχη τυπική γερμανική πόλη των 60.000 κατοίκων.
Μια τραγική ιστορική συγκυρία οδήγησε εκεί γύρω στο 1916 μεσούντος του μεγάλου πολέμου 7.000 Έλληνες στρατιώτες μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, οδηγώντας την περιοχή σε ολέθριες συνέπειες.
Αυτή η σελίδα της ιστορίας με την μεταφορά ενός ολόκληρου σώματος στρατού στην πόλη αυτή της Γερμανίας ήρθε να επαναληφθεί μετά από μια ολόκληρη γενιά και συγκεκριμένα μετά το 1945, όταν 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες ήρθαν στην περιοχή. Η πόλη του Γκέρλιτς διχοτομείται και η μισή παραχωρείται στην Πολωνία χωρίζοντας έτσι και τους Έλληνες σε δύο κομμάτια. Αυτούς που συνεχίζουν να μένουν στο Γκέρλιτς και αυτούς που πάνε στην άλλη πλευρά της που ονομάζεται πλέον Ζγκόρζελετς.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ ΣΤΟ GORLITZ
Ήταν 18 Αυγούστου 1916. Ο Βουλγαρικός στρατός συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς εισβάλει αιφνιδιαστικά στην Αν. Μακεδονία. Την ίδια μέρα οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στην Αθήνα με επίσημες διακοινώσεις των κυβερνήσεών τους έδιναν εξηγήσεις σχετικά με τους στόχους των επιτιθέμενων. Η εισβολή όπως διαβεβαίωναν είχε αποκλειστικά στρατιωτικά κίνητρα και στρεφόταν εναντίον της Αντάντ. Ταυτόχρονα παρείχαν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την διατήρηση των τοπικών αρχών στα πόστα τους. Δεν είχαν σκοπό όπως έλεγαν να καταλάβουν τις Σέρρες, την Δράμα και την Καβάλα, ενώ ο στρατός τους θα αποχωρούσε όταν εξέλειπαν οι στρατιωτικοί λόγοι.
Οι εγγυήσεις που έδωσαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο οι Γερμανοί τον καθησύχασαν και έδωσε εντολή στους επιτελείς του Δ’ Σώματος Στρατού να συμπτυχθούν στις πόλεις και να περιμένουν εντολές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι πριν από λίγο καιρό με απαίτηση της Αντάντ είχαν απολυθεί όλοι οι επίστρατοι (έφεδροι) και υπήρχε κατακερματισμός στο στράτευμα.
Η Αθήνα είχε πλανηθεί. Ο διοικητής του στρατεύματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος αλλιώς εξιστορεί τα γεγονότα: «Αναφέρω ότι η συμπεριφορά των Βουλγάρων είναι εντελώς εχθρική. Οι κάτοικοι των πόλεων Σερρών και Δράμας έντρομοι καταφεύγουν εις Καβάλα. Παρακαλώ όπως τύχω άμεσης απαντήσεως επί αιτήσεώς μου να επιστρέψουν αμέσως οι επίστρατοι καθόσον οι προθέσεις των Βουλγάρων περί καταλήψεως της Καβάλας εκδηλούνται από ώρα εις ώρα σαφέστερες, εάν δε συμβεί τούτο η πόλις θα καταστραφεί και θα αιχμαλωτιστεί το Σώμα ολόκληρον. Είναι αναγκαία η αποστολή στόλου, διότι μόνον η παρουσία του θα καθησυχάσει τους πληθυσμούς. Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθείτε την ενταύθα κατάστασιν».
Η απάντηση της Αθήνας ήρθε αυθημερόν: «Την πρότασιν περί εφέδρων αποκρούομεν, αποκλείοντες την βίαν. Καθησυχάσατε έντρομους πληθυσμούς και ενθαρρύνατε αυτούς. Στόλος δεν θα αποσταλεί».
Οι Σύμμαχοι από την άλλη θορυβημένοι από την επίθεση δεξιά του οχυρωμένου στρατοπέδου τους στην Θεσσαλονίκη και θεωρώντας ότι πρόκειται για προσυνεννοημένη συμπαιγνία Αθηνών – Βερολίνου προέβησαν σε νέα αντίποινα κατά της Ελληνικής πλευράς, κηρύσσοντας τον αποκλεισμό της Καβάλας από τον βρετανικό στόλο. Οι εξελίξεις στην Μακεδονία προκαλούν θύελλα αγανάκτησης σε όλη την Ελλάδα. Ογκώδεις διαδηλώσεις στην Αθήνα, ενώ στην Θεσσαλονίκη εκδηλώνεται εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» από βενιζελικούς αξιωματικούς. Στο κίνημα αυτό στηρίχθηκε ο Βενιζέλος για να εγκαταστήσει εκεί λίγο αργότερα την προσωρινή του κυβέρνηση. Ο εθνικός διχασμός αποκτούσε πια γεωγραφική υπόσταση.
Στην Καβάλα τα γεγονότα είχαν πια πάρει δραματική εξέλιξη όπως τα είχε προβλέψει και περιγράψει ο Χατζόπουλος. Στην πόλη καταφθάνουν πρόσφυγες από τις Σέρρες και την Δράμα αλλά και από τα χωριά. Τα τρόφιμα λιγοστά και ο στρατός έπρεπε να τους φροντίσει. Οι Βουλγαρικές προκλήσεις κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο μαύρη. Ο Χίντεμπουργκ ο οποίος μαζί με τον Λάντερντορφ αποτελούσαν την στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας ειδοποιούν τους Βουλγάρους ότι η Αντάντ ετοιμάζει αποβατική ενέργεια στην Καβάλα πράγμα που τους κάνει περισσότερο σκληρούς απέναντι στους ντόπιους πληθυσμούς. Ο Χίντεμπουργκ τους ζητά μάλιστα να απομακρύνουν τους Έλληνες στρατιώτες από την Καβάλα σε τοποθεσία μακριά από την θάλασσα, να παρεμποδίσουν τους στρατιώτες από Σέρρες και Δράμα να ενωθούν με αυτούς της Καβάλας και να διακοπεί η επικοινωνία Καβάλας – Αθηνών. Σε τηλεγράφημά του ζητά από τους Βουλγάρους να περικυκλώσουν την Καβάλα με πυροβολικό και αν αρνηθεί ο στρατός να παραδοθεί τότε να ανοίξουν άμεσο πυρ κατά της πόλης.
Ο Χατζόπουλος είναι μετέωρος. Η αγωνία της Καβάλας είναι μεγάλη. Το εκβιαστικό δίλλημα ήταν παράδοση ή καταστροφή της πόλης. Ο συνταγματάρχης αποφασίζει μετά από επαφή με Αθήνα και εφόσον οι εκκλήσεις του για μεταφορά του στρατεύματος σε ασφαλή χώρο της Παλιάς Ελλάδας δεν έγινε αποδεκτό, να παραδώσει στον Άγγλο ναύαρχο τον ασύρματο. Ήταν 9 Σεπτεμβρίου και ο Γερμανός αξιωματικός Σβένιτζ μεταφέρει στον Χατζόπουλο τις αποφάσεις του Χίντεμπουργκ. Ο Έλληνας αξιωματικός για να αποφύγει την μεταγωγή του στην Δράμα αποφασίζει να συνομιλήσει με τον ίδιο τον Χίντεμπουργκ με το ερώτημα αν θα μπορούσε ο ίδιος ο Γερμανός στρατάρχης να εγγυηθεί την μεταφορά των ελληνικών μονάδων και του οπλισμού τους στην Γερμανία όπου θα παραμείνουν φιλοξενούμενοι μέχρι το τέλος του πολέμου, ώστε να μην πέσουν αιχμάλωτοι στα χέρια των Βουλγάρων. Την επομένη ημέρα με τηλεγράφημά του ο Χίντεμπουργκ απαντούσε στον Χατζόπουλο θετικά στο αίτημά του. Στο παρασκήνιο των γεγονότων υπήρξε από ότι λέγεται πρόταση του Βρετανού πλοιάρχου του ατμοπλοίου που υπήρχε στο λιμάνι της Καβάλας να μεταφέρει το στράτευμα στην Θεσσαλονίκη και να τις ενώσει με τις μονάδες της Αντάντ, αλλά ο Χατζόπουλος αρνήθηκε εφόσον ήταν πιστός στον Κωνσταντίνο και δεν ήθελε να ενισχύσει το κίνημα της Εθνικής Άμυνας της Μακεδονίας.
Έτσι αρχίζει η μεγάλη πορεία του Δ΄ Σώματος προς την Γερμανία μέσω τρένου από Δράμα. Στην πορεία των ατάκτων περίπου 3.000 στρατιώτες με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου αυτομολούν και χάνονται άλλοι προς Θάσο και από κει προς Θεσσαλονίκη για να ενωθούν με την Εθνική Άμυνα και άλλοι εξαφανίζονται στα βουνά. Αυτοί οι στρατιώτες θα αποτελέσουν τον πυρήνα της αξιόμαχης μετέπειτα Μεραρχίας Σερρών.

Οι Έλληνες φτάνουν στο Γκέρλιτς
Σε μήνυμά του στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, για την μεταφορά των στρατιωτών από την Καβάλα στο Γκέρλιτς ο Γερμανός επιτελάρχης Λούντερντορφ επισημαίνει: «Η μεταφορά των ελληνικών στρατευμάτων μας παρέχει την μοναδική ευκαιρία να διαδώσουμε στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για την γερμανική υπόθεση, τη γερμανική εργασία και το γερμανικό μεγαλείο. Οι Έλληνες δεν πρέπει να αισθάνονται ότι είναι αιχμάλωτοι. Οι συναλλαγές τους με την τοπική κοινωνία καθώς και η επαφή τους με την πατρίδα τους, επιβάλλεται να τελούν υπό παρακολούθηση, χωρίς όμως ακρότητες».
Παρά το χαλαρόν της επιτήρησης οι ελληνικές δυνάμεις ποτέ δεν έπαψαν να θεωρούνται ότι βρίσκονταν υπό περιορισμό. Όταν ο Έλληνας πρέσβυς στο Βερολίνο Νικόλαος Θεοτόκης ζήτησε τον επαναπατρισμό τους η απάντηση των Γερμανών ήταν αρνητική.
Από την Δράμα στο Γκέρλιτζ χρησιμοποιήθηκαν 10 τρένα για την μεταφορά τους μέσω Βουλγαρίας. Το ταξίδι κράτησε 12 μέρες και μετακινήθηκαν συνολικά 6.100 στρατιώτες, 430 αξιωματικοί, δυνάμεις της χωροφυλακής από την Αν. Μακεδονία, στρατιωτικοί υπάλληλοι, 93 γυναίκες αξιωματικών και 5 παιδιά. Ο ίδιος ο Κάιζερ έδωσε εντολή να γίνει επίσημη υποδοχή στους Έλληνες παρά την αντίθετη άποψη του Χατζόπουλου. Το σατυρικό γερμανικό περιοδικό kladderadatsch περιγράφει την σκηνή: «παραταχθείτε! φωνάζει ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας, Επιτελείο γερμανών αξιωματικών ανεβαίνει στην αποβάθρα. Μαυροντυμένοι επίσημοι, με κυλίνδρους στο κεφάλι και ανθοδέσμες στα χέρια, εμφανίζονται ξαφνικά. Γερμανική ορχήστρα παίζει τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Σκασμός δεν είμαστε στην Αθήνα! Σε τετράδες, το όπλο επ’ ώμου ετοιμάζονται για παρέλαση. Προσοχή ρε παιδιά να τους δείξουμε τι αξίζουμε. Η γερμανική μπάντα μπροστά. Κόσμος πολύς στοιβαγμένος στους δρόμους και στα παράθυρα. Από ένα ξενοδοχείο κρέμονται δυό Ελληνικές σημαίες. Οι άνθρωποι κοιτάνε περίεργα. Παιδιά τρέχουν και τους κοιτάζουν στα μάτια. Όλοι ξανθοί είναι εδώ πέρα. Οι ελληνικές αρβύλες χτυπάνε την άσφαλτο του γερμανικού δρόμου σαν σιδερένιο χαλάζι. Ρίγη συγκινήσεως τους διαπερνούν. Ολόκληρη η πόλη στο πόδι. Μεγάλη πόλη το Γκέρλιτς, λέτε να είναι πιο μεγάλη από την Αθήνα; Η πόλη τελειώνει και αρχίζει η εξοχή. Ο κόσμος έχει λείψει. Γύρω - γύρω πράσινα λιβάδια. Το βράδυ σιωπηλό και ξένο. Εδώ θα μείνουμε λοιπόν; Πάνω από την είσοδο μια μεγάλη επιγραφή. «Χαίρετε». Γύρω παραπήγματα σαν τελωνειακοί σταθμοί. Τι άνθρωποι είναι αυτοί οι Γερμανοί; Νάμαστε λοιπόν εδώ στο Γκέλιτς. Ελλάδα – Ελλάδα πότε θα σε ξαναδούμε;».

Να και η πρώτη ελληνική εφημερίδα
Ένας μήνας πέρασε στο Γκέρλιτς. Στις 3 Νοεμβρίου εμφανίζεται το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Τα Νέα του GORLITZ». Εκδότης ο Γερμανός που εξέδιδε την τοπική γερμανόφωνη εφημερίδα και αρχισυντάκτης ο Έλληνας αξιωματικός Διονύσιος Αγαπητός. Ήταν τετρασέλιδη και εκδιδόταν καθημερινά εκτός Κυριακής. Περιείχε κείμενα από τα πολεμικά μέτωπα, ειδήσεις από την ελληνική πολιτική σκηνή, άρθρα, αναλύσεις, χρονογραφήματα, αγγελίες και διαφημίσεις. Η απήχηση ήταν μεγάλη και εκατοντάδες συνδρομές δεχόταν η εφημερίδα από παντού, ενώ η κυκλοφορία της έφτασε μέχρι και το Βερολίνο. Το 1918 έγινε πανγερμανικής εμβέλειας με έδρα το Βερολίνο και αλλαγή του τίτλου της σε «Ελληνικά Φύλλα». Εκτός από τις εφημερίδες κυκλοφόρησαν στην Γερμανία και άλλα έντυπα στην Ελληνική ή την Γερμανική γλώσσα. Εκεί πρωτοεκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Το τραγούδι των σκοτωμένων – Κρυφός καημός» του Βασίλη Ρώτα, υπολοχαγού τότε στο Γκέρλιτς και αργότερα διάσημου συγγραφέα θεατρικών έργων και ιδρυτή του θεάτρου του βουνού στα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Επίσης εκδόθηκαν τα «Γράμματα από την Γερμανία» του Λέοντα Κουκούλα, επίσης αξιωματικού. Ανάμεσα στους στρατιώτες ήταν και οι Βασίλης Αργυρόπουλος κωμικός ηθοποιός συνεργάτης της Κυβέλης, ο ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης κ.α.

Η ζωή στο Γκέρλιτς
Η παρουσία των 7.000 Ελλήνων στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας μιας πόλης με 90.000 πληθυσμό ήταν εμφανής. Μια παρισινή εφημερίδα σε ρεπορτάζ έγραψε: «Οι αξιωματικοί έχουν λέσχη στην οποία τρώγουν και περπατούν στους δρόμους της πόλης με σταθερό βήμα σαν να είναι στην πατρίδα τους. Κάνουν τις προμήθειές τους ακολουθούμενοι από έναν στρατιώτη ο οποίος κρατάει τα πακέτα. Το ευγενές και αρειμάνιο παράστημά τους κάνει εξαιρετική εντύπωση. Στους δρόμους οι Γερμανοί στρατιώτες τους χαιρετούν. Τα καταστήματα της πόλης έβαλαν στις προθήκες τους και ελληνικές επιγραφές. Το βράδι ολόκληρη η φρουρά βγαίνει στον δρόμο. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι βρίσκεται σε κάποια ιταλική πόλη, στην Βερόνα για παράδειγμα όπου μετά το δείπνο οι δρόμοι είναι γεμάτοι στρατιώτες. Είναι συμπαθητικόν», παρατηρεί ο δημοσιογράφος.
Πίσω από την βιτρίνα τα πράγματα δεν ήταν κι τόσο ειδυλλιακά. Ο βαρύς χειμώνας 1916-1917 προκάλεσε πολλές δυσαρέσκειες στον τοπικό πληθυσμό που έβλεπε τους αξιωματικούς να παίρνουν τον μισθό τους, να αδειάζουν τα καταστήματά τους και να αυξάνονται οι τιμές. Αλλά και το σουλατσάρισμα των Ελλήνων δεν δημιουργούσε ιδιαίτερα φιλικά συναισθήματα. Ιδιαίτερα οι αντιζηλίες δεν άργησαν να έρθουν από την αποδοχή των Ελλήνων και τα ερωτικά αισθήματα που προκαλούσαν στις Γερμανίδες. Αγγελίες στην εφημερίδα του τύπου «ενοικιάζεται δωμάτιο από μόνη νεαρά κυρία εις αξιοπρεπήν νεαρόν κύριον» προκαλούσαν τρικυμίες στους Γερμανούς γηγενείς. Άρχισαν και οι αρραβώνες οι οποίοι οδήγησαν σε γάμο πολλά ζευγάρια μικτά από Έλληνες και Γερμανίδες τα οποία έμειναν δια παντός στο Γκέρλιτς. Στο Ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο της πόλης 270 στρατιώτες άφησαν την ανάμνηση της παρουσίας τους εκεί. Τον Απρίλη του 1918 πέθανε και ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος στην κηδεία του οποίοι παρέστη και εκπρόσωπος του Κάιζερ αφήνοντας απέραντη θλίψη στους στρατιώτες και αξιωματικούς.
Πολλές φορές έγιναν σχέδια επί χάρτου όμως να χρησιμοποιηθούν οι στρατιώτες και αξιωματικοί του Γκέρλιτς σε διάφορες επεμβάσεις ειρηνευτικού χαρακτήρα αλλά έβρισκε αντίθετους τους Βουλγάρους οι οποίοι φοβόταν την εμπλοκή τους σε φιλοβασιλικά σχέδια. Παρόλα αυτά υπήρχαν μεταξύ τους ομάδες υποστηρικτών και του Βενιζέλου. Στις αρχές του 1918 με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή 25 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Βέρλ της Βεστφαλίας, ενώ άλλοι 17 στις φυλακές του Κόνιγκσμπεργκ.
Οι σχέσεις της Γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης και των Ελλήνων όσο περνούσε ο καιρός γινόταν και πιο εχθρικές. Οι Γερμανοί απαίτησαν από τους στρατιώτες να συμμετέχουν σε αγροτικές ασχολίες και με την βία ορισμένοι από αυτούς διασκορπίστηκαν από την Κολωνία μέχρι και το Μπρέσλαου σε πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια και αλλού. Την Άνοιξη του 1918 οι σχέσεις Γερμανών – Σώματος επιδεινώθηκε από την παρουσία της αναδιοργανωμένης ελληνικής μεραρχίας στον ελληνικό στρατό του μακεδονικού μετώπου. Η Ελληνόφωνη εφημερίδα «Ελληνικά Φύλλα» εκφράζει την λύπη της για άρθρα στον Γερμανικό τύπο που ζητούν την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στους Βουλγάρους. Ο χρόνος έρχεται, η Γερμανία ηττάται και η γερμανική κοινωνία μένει να μετρά τις πληγές της.

Η επιστροφή

Ο Κάιζερ παραιτείται. Τον Νοέμβρη του 1918 στρατιώτες καταφθάνουν στην Δρέσδη και ξεσηκώνουν τους κατοίκους με ογκώδεις διαδηλώσεις. Οι φυλακές ανοίγουν και οι κρατούμενοι βγαίνουν έξω. Οι Έλληνες στρατιώτες του Γκέρλιτς ενώνονται με τους εργάτες, τους ναύτες και τους εξεγερμένους στρατιώτες της Γερμανίας. Διοικητής τους τότε ο Καράκαλος. Βλέπει ότι οι εξεγερμένοι Γερμανοί επιτίθενται κατά των Ελλήνων και προκαλούν φθορές. Ζητά την προστασία της Γερμανικής Διοίκησης. Οι στρατιώτες εκνευρίζονται από την ενέργεια του Καράκαλου και αλλάζουν διοίκηση εκλέγοντας τον δημοφιλή και παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη. Οι Γερμανοί όμως για να προστατεύσουν τον δικό τους διοικητή Καράκαλο περικύκλωσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων με πολυβόλα και εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης του Σινανιώτη. Αυτός όμως δραπετεύει με κατεύθυνση το Βερολίνο. Η επαναφορά του Καράκαλου ξεχειλίζει το ποτήρι και οι χιλιάδες στρατιώτες πανικόβλητοι με κάθε μέσο ακόμη και με τα πόδια αποπειρώνται να διαφύγουν προς τα σύνορα της Βοημίας και από κει προς την Ελλάδα.
Εκνευρισμένοι οι Γερμανοί από την απειθαρχία των Ελλήνων και επειδή φοβούνται για επεισόδια κάνουν αψυχολόγητες ενέργειες όπως η σωματική έρευνα των εξερχόμενων από το στρατόπεδο Ελλήνων με την υπόνοια κλοπής ρουχισμού και όπλων. Δημιουργείται πανδαιμόνιο και πάνω σε αψιμαχίες ανοίγουν πυρ και δια ασήμαντον αφορμή σκοτώνονται πέντε στρατιώτες ενώ τραυματίζουν κάποιους άλλους. Η απογοήτευση των Ελλήνων από την συμπεριφορά των Γερμανών είναι εμφανής. Μετά από διαπραγματεύσεις απελάθηκαν και οι τελευταίοι 600 στρατιώτες και με την συνοδεία Αμερικανών αξιωματικών μεταφέρονται τον Φεβρουάριο του 1919 από το Γκέρλιτς στο Φιούμε της Ριέκα σιδηροδρομικώς και από εκεί με πλοίο στην Ελλάδα. Η υποδοχή τους στην Βενιζελική Ελλάδα δεν ήταν και τόσο φιλική. Οι απλοί στρατιώτες και υπαξιωματικοί πήγαν στα σπίτια τους ενώ οι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί πέρασαν στρατοδικείο και καταδικάστηκαν 8 σε θανατικές καταδίκες ανάμεσά τους και ο Καράκαλος οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι φυλακίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλα νησιά. Όλα αλλάζουν για τους στρατιώτες του Γκέρλιτς με την ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επαναφορά του Κωνσταντίνου. Οι αξιωματικοί που τιμωρήθηκαν πήραν προαγωγές και πήγαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας που ήταν σε έξαρση.

Αυτοί που έμειναν στο Γκέρλιτς
Πάνω από 200 Έλληνες έμειναν στο Γκέλιτς. Ορισμένοι σπούδασαν, άλλοι ανέπτυξαν επαγγελματική δραστηριότητα και πέτυχαν. Το 1921 ιδρύθηκε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Γκέλιτς και διαλύθηκε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η κοινότητα εκεί εξυπηρετείτο θρησκευτικά από τους ιερείς της Λειψίας. Γνωστές οι οικογένειες του υποδηματοποιού Φώσκολου που διώχτηκε από το ναζιστικό καθεστώς και της κυρίας Μπατζιώτη που επίσης καταδικάστηκε.
Σήμερα στο Γκέρλιτς ζουν πάνω από 40 απόγονοι δεύτερης έως τέταρτης γενιάς Ελλήνων. Ελληνικά ονόματα ακούγονται ακόμη στην πόλη αυτή. Η αγάπη των απογόνων για την πατρίδα είναι συγκινητική και στα παραμύθια των παππούδων εξιστορούνται τα γεγονότα και οι ανθρώπινες ιστορίες που λέγονται για τους Έλληνες στρατιώτες που ξεκίνησαν από την Καβάλα και έφτασαν στο Γκέρλιτς εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό του Οκτώβρη του 1916.

Το κείμενο βασίστηκε σε άρθρο του Γεράσιμου Αλεξάτου που ζει σήμερα στο Βερολίνο και ασχολείται με τις βιογραφίες Ελλήνων που έζησαν στην Γερμανία. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό των Ελλήνων του Βερολίνου «Εξάντας»

Πατσάς, μια άλλη πόλη, μια άλλη εποχή




Θεσσαλονίκη

Ώρα που είναι (5.21 π.μ.), ας μιλήσουμε για πατσά παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Τα πατσατζίδικα της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη της Δύσης” της Λένας Καλαϊτζή-Οφλίδη (εκδόσεις Παρατηρητής, 1994). Δεν είναι τόσο ο πατσάς που με απασχολεί, όσο οι εικόνες που ξεπηδούν, μιας άλλης εποχής, μιας άλλης πόλης ενδεχομένως, που φαντάζει σήμερα τόσο μακρινή και ξένη. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε ότι τα περισσότερα από τα πατσατζίδικα που αναφέρονται σήμερα πλέον έχουν κλείσει.
Ο πατσάς ήταν από πάντοτε το φαγητό της φτωχολογιάς, γι’ αυτό και συνδέθηκε τόσο πολύ με μια πόλη φτωχομάνα. Οι παλιοί πατσατζήδες της Θεσσαλονίκης λένε, πως δεν υπήρχαν ναυτεργάτες, τραμβαγιέρηδες, χαμάληδες του λιμανιού και καπνεργάτες, που να μην έκαναν στάση πρωί πρωί, στις 5 η ώρα και πριν αρχίσουν τη δουλειά τους, για έναν πατσά.
Φuσικά κάθε περιοχή είχε και τη δική της ιδιαίτερη ποικιλία από πελάτες. Τα πατσατζίδικα της πλατείας Ελευθερίας εξυπηρετούσαν τους εργάτες του λιμένα Θεσσαλονίκης ενώ τα μαγαζιά της Μπάρας εργαζόμενους στα καπνεργοστάσια, στρατιώτες αλλά και ανθρώπους της νύχτας, του υποκόσμου, θαμώνες των νυχτερινών κέντρων και θεατές των μπουλουκιών που έδιναν τις παραστάσεις τους στην περιοχή.
Στα πατσατζίδικα της Εγνατίας και της Καμάρας συχνάζανε πιο πολύ ταξιδιώτες, επισκέπτες της Έκθεσης, όλος σχεδόν ο φοιτητόκoσμος του Πανεπιστημίου και οι δημοσιογράφοι, που λόγω δουλειάς τα είχανε για στέκι τους.
Σήμερα, στην τεράστια αυτή ποικιλία έχουνε προστεθεί και οι ξενύχτηδες των μπουζουκιών, καλλιτέχνες και πελάτες κι ακόμα πιο πρόσφατα, Ρωσοπόντιοι και Αλβανοί φυγάδες.
Καθώς το πατσατζίδικο είναι ένα μαγαζί που λειτουργεί εικοσιτέσσερις ώρες το 24ωρο, μπορεί να γίνει και μια, κατά προσέγγιση, κατανομή της πελατείας του ανάλογα με την ώρα Έτσι, γύρω στις πέντε το πρωί σταματούν για πατσά οι οδηγοί και εισπράκτορες λεωφορείων, πριν πιάσουν βάρδια. Γύρω στις έξη οι εργάτες του λιμανιού, του εργοστασίου και της οικοδομής. Αν και σήμερα, λένε οι μαγαζάτορες, τούτη η πολύ πρωινή πελατεία έχει λιγοστέψει γιατί, ακόμα και ο φτηνός πατσάς, έγινε ασύμφορος, ως πρωινό, για το εργατικό βαλάντιο. Οχτώ με μία τα πατσατζίδικα γεμίζουν μ’ επαρχιώτες που κατεβαίνουνε στην πόλη για δουλειές και ψώνια. Ιδίως κατά την περίοδο της Έκθεσης.
Το μεσημέρι παλιότερα ήταν νεκρή ώρα για τα πατσατζίδικα. Με αυτή την ευκαιρία έκανε ο μάστορας την αλλαγή του καζανιού, που έμπαινε γύρω στη μία και σιγόβραζε μέχρι τις πέντε το απόγευμα, οπότε ξεκινούσε και πάλι η δουλειά. Σήμερα, το μεσημεριάτικο κενό γεμίζει με Ρωσοπόντιους. Μετά το κλείσιμο στις δώδεκα των λαϊκών αγορών, όπου εκθέτουν τις πραμάτειες τους, σταματούν στο πατσατζίδικο για ένα γρήγορο γεύμα. Άλλοι δεν τρώνε, μόνο πίνουν. Μυστήρια πράματα…
Το βράδυ ακολουθεί η πελατεία της νύχτας. Ξενύχτηδες σε μπουζουξίδικα, διασκεδαστές, τραγουδιστές, πουτάνες, τραβεστί, νταβατζήδες. Ανώνυμοι κι επώνυμοι. Όποιον πατσατζή κι αν ρωτήσεις, θα σου αναφέρει τουλάχιστον δέκα ονόματα πολύ γνωστών της νύχτας, της τέχνης ή της πολιτικής που να ‘χουν για μόνιμο πέρασμα το μαγαζί τους. Για την αλησμόνητη Γεωργία Βασιλειάδου, λένε, ότι ήταν φανατική λάτρης του πατσά και σύχναζε τακτικότατα στου «Τρούλλου» στο Ιπποδρόμιο, μιας κι ήτανε το κοντινότερο στο Στρατιωτικό Θέατρο. Απ’ του «Ηλία» περνούσαν τακτικά ο Καζαντζίδης, ο Πάριος, ο Στράτος Διονυσίου, ο Νίκος Ξανθόπουλος και ο μακαρίτης ο Χρηστάκης, που πάντοτε κερνούσε τους παρευρισκόμενους.
Ο Στράτος Διονυσίου, αξέχαστος κι αυτός, έτρωγε συνήθως δύο μερίδες, μια ψιλοκομμένο και μια ποδαράκια αλατοπίπερο, που για τους ειδικούς του πατσά είναι η πεμπτουσία της γεύσης. Ο Τόλης Βοσκόπουλος, κάθε φορά που τραγουδάει στη Θεσσαλονίκη, τον παραγγέλνει τηλεφωνικά στο ξενοδοχείο του. Απ’ του «Τσαρουχά» και ποιος δεν έχει περάσει. Όρεξη να ‘χεις ν’ ακούς να σου αραδιάζουν τ’ αφεντικά του ονόματα επωνύμων. Μέχρι και ο Ζίφκοφ, ινκόγκνιτο. Εκεί καταλήγει, μετά τις πολύωρες συνεδριάσεις του, πολλές φορές και το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης αφού ο ένας των ιδιοκτητών είναι κι αυτός δημοτικός σύμβουλος.
Αλλά και στου «Λευτέρη», μιας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μαγαζί, η λίστα των επώνυμων πελατών είναι τεράστια.
Αυτή λοιπόν η κατάληξη των ξενύχτηδων στα πατσατζίδικα, είναι κατά κάποιο τρόπο και η επιθυμία για παράταση της ευφορίας, που προκαλεί το πιοτό, με μιαν εξίσου θελκτική επιστροφή στη νηφαλιότητα. Να μην τελειώσει η νύχτα θέλει ο γλεντζές, αλλά αν πρέπει, ας τελειώσει τουλάχιστον καλά. Τελικά η σχέση του άντρα με τον πατσά, θυμίζει λίγο τη σχέση του με το τσιγάρο. Μόνο που εκείνο το αρχίζει όταν νιώθει πως γίνεται σιγά - σιγά άντρας. Τον πατσά τον τρώει, όταν πια ξέρει να γλεντάει σαν άντρας
Θα πρέπει να τονίσουμε πως οι φανατικοί του πατσά θεωρούνται δύσκολοι και ιδιότροποι πελάτες. Πολλοί απ’ αυτούς τρώνε και απαιτούν η μερίδα τους να είναι από συγκεκριμένο μέρος της κοιλιάς (σαρδένι, τόπι, νταμάρι) και δεν το αλλάζουν με τίποτα. Μερικοί μάλιστα στέκονται δίπλα στο καζάνι και παρακολουθούν το μάστορα να κόβει την παραγγελία τους λες και πρόκειται για το πρώτο ή το τελευταίο γεύμα της ζωής τους. Άλλοι, ακόμα πιο απαιτητικοί, μπαίνουν στο μαγαζί μια συγκεκριμένη ώρα, όταν έχει βάρδια ο «δικός» τους μάστορας, που «ξέρει» πώς να τους περιποιηθεί, γιατί γνωρίζει τα χούγια και τα γούστα τους. Από άλλον δεν τρώνε. Αυτή είναι εξάλλου η γοητεία που ασκεί η αίσθηση της αποκλειστικότητας στη σχέση του πελάτη με το μαγαζί. Συνήθως, σε τέτοιες προχωρημένες περιπτώσεις λατρευτικής μύησης στα απόκρυφα της πατσαδολαγνείας, οι παραγγελίες δίνονται μόνο μ’ ένα συμβολικό κλείσιμο του ματιού στο… σερβιτόρο.

Οι Έλληνες των Σκοπίων


γράφει ο Τάσσος Μητσόπουλος
Βουλευτής ΔΗ.ΣΥ. Κύπρου

Απίστευτης θρασύτητας η πρόκληση του Σκοπιανού πρωθυπουργού Γκρούεφσκι, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, με επιστολή του στον Έλληνα ομόλογό του Κώστα Καραμανλή θέτει θέμα «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα.
Με την ανιστόρητη και άκρως προκλητική αυτή κίνησή του, ο πρωθυπουργός των Σκοπίων υπονομεύει συνειδητά την υπό εξέλιξη διαδικασία διαπραγματεύσεων για το επίμαχο θέμα της ονομασίας. Διαδικασία η οποία έχει ξεκάθαρο περιεχόμενο, σαφείς και συγκεκριμένους όρους εντολής. Με την κίνηση αυτή ο κ. Γκρούεφσκι, ο οποίος στήριξε την πρόσφατη επανεκλογή του σε μια άκρως εμπρηστική και εθνικιστική προεκλογική εκστρατεία, αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις των εθνικιστικών κύκλων των Σκοπίων, που δεν είναι άλλες από τη δημιουργία συνθηκών αποσταθεροποίησης στην Ελλάδα, ως πράξη αντιπερισπασμού στα σοβαρά εθνοτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει εσωτερικά το συγκεκριμένο κράτος.
Μάλιστα οργανώσεις της λεγόμενης «Μακεδονίας του Αιγαίου» προβαίνουν σε μια ακόμη προβοκατόρικη ενέργεια ανακοινώνοντας την πρόθεσή τους να οργανώσουν εκδήλωση υπέρ των δικαιωμάτων των «Αιγαιατών Μακεδόνων», εντός της ελληνικής επικράτειας.
Η ηγετική ομάδα των Σκοπίων, εφαρμόζοντας στην πράξη το γνωμικό «φωνάζει ο κλέφτης...», εγείρει ανύπαρκτα μειονοτικά ζητήματα στην Ελλάδα την ώρα που ευσχήμως αποσιωπά τον συστηματικό εξανδραποδισμό της ελληνικής μειονότητας, η οποία διαχρονικά κατοικούσε και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να κατοικεί στην επικράτεια της ΠΓΔΜ.
Ο πρώτος πρόεδρος των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόροφ, σε μια έκρηξη ειλικρίνειας, ευθύς μετά την απόσχιση του κρατιδίου του από την πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία, είχε, με συνεντεύξεις του σε ευρωπαϊκά έντυπα και εφημερίδες, αναγνωρίσει την ύπαρξη τουλάχιστον 100.000 Ελλήνων εντός των συνόρων της ΠΓΔΜ.
Οι Έλληνες αυτοί, αυτόχθονες Μακεδόνες, βλαχόφωνοι και σαρακατσάνοι, είχαν για δεκαετίες ολόκληρες υποστεί αφόρητους διωγμούς, ως υποκείμενα μιας καλά οργανωμένης εκστρατείας του κομμουνιστικού καθεστώτος του Τίτο, η οποία είχε διττό στόχο. Να υποβάλει τους Έλληνες των Σκοπίων, μαζί με άλλες μειονότητες, σε μια συστηματική πλύση εγκεφάλου με σκοπό την αφαίρεση κάθε στοιχείου εθνικής ταυτότητας, μνήμης και αυτογνωσίας. Και τη δημιουργία μιας ψευδεπίγραφης και τεχνητής, δήθεν εθνότητας σλαβομακεδόνων, η οποία διά του συστηματικού σφετερισμού συμβόλων, ιστορίας, τοπωνυμίων και πολιτισμού θα υπηρετούσε τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για έξοδο στο Αιγαίο.
Την περίοδο 1989 - 93, όταν υπηρετούσα ως ειδικός σύμβουλος στο ελληνικό ΥΠΕΞ, είχα λάβει ρητές οδηγίες από την προϊσταμένη μου Υφυπουργό Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, να ασχοληθώ με το θέμα της ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια.
Έχοντας πολύτιμους συμπαραστάτες στην αποστολή μου αυτή επιφανείς καθηγητές και επιστήμονες, αλλά και θερμούς και συνετούς πατριώτες, ταξίδεψα αρκετές φορές στην ΠΓΔΜ και κυρίως στην περιοχή του Μοναστηρίου. Ήρθα σε επαφή, λαμβάνοντας πάντοτε τις σχετικές προφυλάξεις, με δεκάδες Έλληνες των Σκοπίων, οι οποίοι με δάκρυα στα μάτια και πόνο ψυχής, μου εξιστορούσαν τις διώξεις που υπέστησαν, την αφόρητη πνευματική τρομοκρατία που γνώρισαν προκειμένου να απαρνηθούν τις ρίζες, την ταυτότητα, την πίστη τους και να γίνουν δηλωσίες. Να αποδεχθούν δηλαδή ότι δεν υπήρξαν ποτέ Έλληνες αλλά σλαβομακεδόνες.
Συγκέντρωσα υλικό που κατέγραφε με ακρίβεια την συστηματική προσπάθεια αλλοίωσης των φυλετικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών των Ελλήνων μειονοτικών.
Το υλικό αυτό αποτέλεσε το περιεχόμενο εμπεριστατωμένου φακέλου, ο οποίος παραδόθηκε στον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ για την ΠΓΔΜ, εκπροσώπους της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Πίσω από κάθε μικρή ή μεγάλη ιστορία κρύβονταν απίστευτες προσωπικές περιπέτειες και ανείπωτες δοκιμασίες που γράφτηκαν με πολύ πόνο, αίμα και δάκρυ. Οικογένειες που ξεκληρίστηκαν, άνδρες που βιαίως εκτοπίστηκαν, ονόματα που εκσλαβίστηκαν, ακόμη και κοιμητήρια ολόκληρα που ισοπεδώθηκαν για να μη θυμίζουν την ύπαρξη του Ελληνισμού και όλα τούτα σε μια προσπάθεια να εμπεδωθεί παντί τω τρόπω η θέση ότι οι Μακεδόνες είναι Σλάβοι και όχι Έλληνες. Και ότι μια ενιαία, ανεξάρτητη σλαβική Μακεδονία, που θα ενσωματώνει τμήματα της Ελλάδας (Μακεδονία του Αιγαίου), της Γιουγκοσλαβίας (Μακεδονία του Βαρδάρη), της Βουλγαρίας (Μακεδονία του Πιρίν) και της Αλβανίας, θα έπρεπε να συγκροτηθεί, διά της αποσχίσεως των τμημάτων αυτών από τα αντίστοιχα κράτη.
Η σταλινικής εμπνεύσεως αυτή προπαγάνδα, που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό προϊόν ψυχροπολεμικών σχεδιασμών και επιδιώξεων, δυστυχώς σήμερα αναβιώνει.
Οι ανιστόρητοι ισχυρισμοί τους οποίους ανερυθρίαστα προβάλλει ο Σκοπιανός πρωθυπουργός αποτελούν προσβολή στην ιστορία. Και στρέφονται κατά της Ελλάδος, η οποία αποτελεί παράγοντα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας στα Βαλκάνια και με τη συμμετοχή της στην Ε.Ε. εγγυάται όχι μόνο την επιβίωση του ετερόκλητου και θνησιγενούς κράτους των Σκοπίων, αλλά και το ευρωπαϊκό μέλλον ολόκληρης της περιοχής.

Τα μυστήρια της Σαμοθράκης


Η λατρεία όλων των Θεών των Ελλήνων, των Θεών του Ολύμπου, τα Ελληνικά Μυστήρια, και όλα τα τοπικά θρησκευτικά ιδιώματα, συγκροτούν την Ελληνική Θρησκεία.
Όσον αφορά τα Μυστήρια, μερικά από αυτά, είναι μυστήρια γέννησης. Ο θάνατος και η μεταθανάτια ζωή ήταν κεντρικά στοιχεία των μυστηρίων. Αν και τα πιο γνωστά από αυτά τα Μυστήρια ήταν αυτά της Δήμητρας και της Κόρης της στην Ελευσίνα και του Διονύσου στην Αθήνα και στη Μίλητο, υπάρχουν κι άλλα εξίσου ή λιγότερο γνωστά, τοπικής λατρείας στον Ελληνικό κόσμο. Εξ αυτών, αυτά με τη μεγαλύτερη διάρκεια ήταν στο νησί Σαμοθράκη, κεντρικό, γύρω από το Βόρειο Αιγαίο.
Τα Μυστήρια της Σαμοθράκης φαίνεται να έχουν μία διπλή φύση στο σύστημα της μυσταγωγίας τους. Το βαθμός της μύησης που συσχετίζεται με τις έννοιες “μυστικός” και “απόρρητος” και η εποπτεία που συσχετίζεται με τις έννοιες “σιωπή” και “αφύπνιση”, συμφωνούν χονδρικά στους παρόμοιους βαθμούς στα Μυστήρια της Ελευσίνας. Στη Σαμοθράκη λατρεύονταν οι Μεγάλοι Θεοί, των οποίων τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ήταν η μυστική αποκάλυψη στις μυσταγωγίες. Η Αρχή μέσα στα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών ήταν η σκέψη να δοθεί προστασία από τους κινδύνους στη ζωή (για παράδειγμα προφύλαξη από τις θύελλες και καταιγίδες της θάλασσας, όπως φαίνεται σε επιγραφές αφιερωμένες στους Θεούς, που υπάρχουν σαν μαρτυρίες), και επίσης ασφάλεια στην άλλη ζωή.

Οι Μεγάλοι Θεοί
Οι Κάβειροι είναι αρχαιότατες θεότητες, λατρευόμενες στην Ελλάδα από την εποχή των Πελασγών. Η λατρεία παρουσιάζεται πρώτον στις βόρειες νήσους του Αιγαίου, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη (το νησί της Ηλέκτρας), την Ίμβρο και Θάσο καθώς και τις απέναντι αυτών Μακεδονικές, Θρακικές και Μικρασιατικές ακτές. Αργότερα, τον 6ο π.Χ. αιώνα, διαδόθηκε η λατρεία τους και στις Βοιωτικές (Ανθηδών) και κατόπιν στην περιοχή των Θηβών, όπου άκμαζε το «Καβείριον Ιερόν» και το Ιερόν των Καβείρων», εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στις Καβειρίδες και το άλλον στους Κάβειρους, όμως και τα δύο περίφημα.
Οι Κάβειροι ήταν οι Θεοί των Σιδερένιων Σφυρηλατημένων Γεωργικών Εργαλείων, ήταν θεοί της γεωργίας. Ήταν επίσης οι προστάτες θεοί των Καβειρίων μυστηρίων της Σαμοθράκης, που ήταν γεωργική και μυστηριακή λατρεία στενά σχετισμένη με τα Ελευσίνια μυστήρια.
Η καταγωγή ή η σύνδεση της Δήμητρος και αυτών των Θεών αναφέρεται στην ιστορία της Περσεφόνης. Οι αρχικοί Θεοί των Καβειρίων μυστηρίων ήταν οι Κάβειροι, η Δημήτηρ και ο Ιασίων, οι γιοί τους Βοώτης και Πλούτος, οι Θεές Περσεφόνη και Εκάτη και διάφοροι άλλοι δευτερεύοντες Θεοί της γεωργίας.
Πρώτος από τους ποιητές, τους αναφέρει ο Πίνδαρος. Από τους πιστούς των χαρακτηριζόταν σαν «Θεοί Μεγάλοι», «Θεοί Δυνατοί», «Θεοί Ισχυροί» και λατρευόταν με μυστήρια και νυχτερινές τελετές, των οποίων οι λεπτομέρειες είναι σε μεγάλο κομμάτι, άγνωστες.
Κατά τον Αθηνίωνα, οι Κάβειροι ήταν δύο, ο Ιασίων και ο Δάρδανος, γιοι του Διός και της Ηλέκτρας θυγατέρας του Άτλαντος. Το όνομά τους όφειλαν στο όρος Κάβειρον, όπου αρχικά παραπέμπουν. Κατά τον Μνασέα το Βηρύτιο, οι Κάβειροι ήταν τρεις, καθώς και οι Καβειρίδες νύμφες, οι αδελφές τους, παιδιά του Ηφαίστου και της Καβειρούς, θυγατέρας του Πρωτέως από την Αγχινόη. Γονείς τους είναι ο Ήφαιστος και η Καβειρώ (Στράβων10.3.21) ή ο Ζευς και η Καλλιόπη. Γεννήθηκαν στην Λήμνο, όπου λατρεύονταν σαν «Θεοί Μειλίχιοι», προστάτες της αμπέλου που καθώς ευδοκιμούσε σε όλα τα ηφαιστειογενή εδάφη, έτσι και στη νήσο αυτή. Άλλοι αναφέρουν τρεις Καβείρους, την Αξίερο, τον Αξιόκερσο και την Αξιόκερσα. Ο Διονυσόδωρος παραδέχεται δύο ζεύγη: Την Αξίερο ταυτιζόμενη με την Δήμητρα και τον Αξιόκερσον προς τον Πλούτωνα, το ένα ζεύγος και την Αξιόκερσα προς την Περσεφόνη και τον Κασμίλο ή Καδμίλο προς τον Ερμή, το άλλο ζεύγος. Τα ονόματά τους δεν προφερόταν από τους πιστούς. Ονομαζόταν γενικά «Άνακτες». Κατά την τελετή των Ελευσινίων, η Δημήτρηρ και η Περσεφόνη αποκαλούταν απλά και μόνο «Θεοί».
Στην Σαμοθράκη, η οποία θεωρείτο κοιτίδα της λατρείας των Καβείρων, χαρακτηριζόταν σαν προστάτες της ναυσιπλοΐας. Στην Ίμβρο και στη Θάσο σαν ευνοούντες την αφθονία στον τρύγο και σαν προστάτες των τεχνών.
Οπωσδήποτε, τόσο η λατρεία των Καβείρων, όσο και η έννοια των μυστηρίων τους, ποτέ δεν έγιναν πολύ γνωστά και αυτό γιατί από τους μυημένους υπήρχε απόλυτη μυστικότητα, αλλά για γιατί οι τελετές τους είχαν κάποιες διαφορές κατά τόπο και χρόνο.
Έτσι στη Σαμοθράκη οι ιερείς, όλοι κληρονομικοί, ονομαζόταν Κάδουλοι αλλά και Κάμιλοι, Καδμίλοι και Κάδμιλοι, όπως ο ένας από τους Καβείρους.
Οι ιερείς κάθιζαν τον μυούμενο μετά τη διδασκαλία και τη δοκιμασία σε θρόνο, από τον οποίο λεγόταν η τελετή της μύησης «θρονισμός». Φορούσε προρφυρή ζώνη και στο κεφάλι στεφάνι από κλωνάρι ελιάς με ένα ελαφρύ πέπλο. Μπροστά από τον θρόνο έκαιγε φωτιά, γύρω από την οποία οι ιερείς ψιθύριζαν λέξεις και φράσεις ακατάληπτες στους αμύητους. Ο ρόλος της ζώνης ήταν να προφυλάσσει τον μυημένο από κάθε κίνδυνο. Χάρις σε αυτήν σώθηκε από την μανία των κυμάτων, ο Οδυσσεύς, χάρις σε αυτήν κατόρθωσε ο Αγαμέμνων να ελέγξει όλες τις στάσεις του στρατού κατά τον Τρωικό πόλεμο.
Στα μυστήρια αυτά είχαν μυηθεί στη Σαμοθράκη, ο Ορφεύς, ο Ηρακλής, όλοι οι στρατηγοί του Τρωικού πολέμου, οι περισσότεροι των Αργοναυτών, ο Φίλιππος ο Β’ και η Ολυμπιάς, ο Περσεύς της Μακεδονίας πριν τον αγώνα κατά των Ρωμαίων και άλλοι.
Χαρακτηριστικό της λατρείας στη Λήμνο, ήταν το σβήσιμο κάθε φωτιάς στη νήσο για εννιά μέρες, προκειμένου να έλθει η Ιερή Φλόγα, την οποία μετέφερε πλοίο που ερχόταν από τη Δήλο. Από τη νήσο Δήλο ανανεωνόταν το πυρ στη Λήμνο.
Η λατρεία των Καβείρων διατηρήθηκε μέχρι της επικράτησης του χριστιανισμού και γινόταν με ανυπέρβλητη λαμπρότητα, ιδίως κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους.
Τα ονόματά τους είναι Ευρυμέδων και Άλκων, σύμφωνα με τα «Διονυσιακά» του Νόννου και Καδμίλος ή Κάμιλος, σύμφωνα με τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα.