Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΜΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ;


Ο ποιητής Σάκης Σερέφας προτείνει ένα διαφορετικό τουριστικό οδηγό της Θεσσαλονίκης, που φωτίζει άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές της ιστορίας, του πολιτισμού και της καθημερινότητας της πόλης.
Αγίου Αντωνίου, ναός
Μικρός χριστιανικός ναός κοντά στην πλατεία Ιπποδρομίου, χτισμένος γύρω στο 18ο αιώνα.
Στο εσωτερικό του, στο τέμπλο, ακόμη βρίσκονται καρφωμένοι μερικοί χαλκάδες.
Οχι, δεν είναι διακοσμητικοί. Από αυτούς τους χαλκάδες αλυσόδεναν τους σαλούς της πόλης και της ενδοχώρας και τους άφηναν δεμένους και νηστικούς για μέρες, μέχρι να τους γιάνει ο Αγιος Αντώνιος, ο προστάτης των τρελών.
Τα ουρλιαχτά τους αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά. Γιατί λέγεται ότι έπεφτε και γερό ξύλο.Βυζαντινό Μουσείο
Ως γιαπί, διακρίθηκε για την ευταξία και την πάστρα του. Ως τελειωμένο κτίσμα, αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη πως το αίθριο δεν είναι μια αυλή, μα το φωτεινό σπλάχνο των χώρων που το περιβάλλουν. Η ψυχή του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου πρέπει να πετάει από τη χαρά της γι’ αυτήν τη λειτουργική ομορφιά που κατάφερε.


Γεντί Κουλέ
Γνωστό και με την κοσμική ονομασία «τέως φυλακές Επταπυργίου». Κάτεργο, μπουντρούμι, κολαστήριο. Αν βρισκόταν στο Παρίσι, μπαίνοντας μέσα του θα αντικρίζατε το μουσείο της ανθρώπινης φρίκης. Μπαίνοντας τώρα στους πρώην θαλάμους εγκλεισμού, πλουτίζετε τις γνώσεις σας για τη βαλκανική οχυρωματική αρχιτεκτονική. Α ναι, σε μια προθήκη υπάρχουν και δύο κουταλάκια κρατουμένων.
Διαστημάνθρωποι
Εχω εντοπίσει τουλάχιστον πέντε και είναι όλοι τους πανευτυχείς και τρισόλβιοι, διότι τα πειράματά τους εξελίσσονται περίφημα.
Ενας από αυτούς μελετά τη συμπεριφορά των αδέσποτων σκύλαρων στα φανάρια κι έχει να λέει τα καλύτερα. Αλλοι δύο σπουδάζουν την ανατριχίλα των εντοπίων στο άκουσμα της λέξης «πανακότα», διότι μιαίνει τα ανατολίτικα σιροπιαστά με τα πούπουλά της.
Οι υπόλοιποι δύο περιφέρονται στους δρόμους της πόλης παριστάνοντας τους γήινους και τα μεταλλικά τους εντόσθια έχουν πιάσει ένα αλκαλικό πουρί.
Ευαγγελίστρια
Το κοιμητήριό της αποτελεί το ανοιχτό μουσείο της νεότερης πεθαμένης Θεσσαλονίκης. Παραδίπλα, στον ομώνυμο προσφυγικό συνοικισμό, οι πρασινοσχιστόλιθοι του νταμαριού ανάγονται στη φάση της αλπικής ορογένεσης.
Στα πόδια τους η βρύση με το φημισμένο «αθάνατο νερό». Ολα αυτά σε εννιά λεπτά περπάτημα από την Καμάρα. Μετρημένα. Κι ευλογημένα.
Ζόφος
Τα τοπία του είναι αφανώς διάσπαρτα μέσα και γύρω από την πόλη. Τσιμισκή 72, Φιλίππου 57 με Χριστοπούλου 7, Αγίου Δημητρίου 48, Βελισαρίου 42, πλατεία Βαρδαρίου γωνία με Μοσκώφ, Αναλήψεως με Χαλκιδικής 52, περιοχή Σφαγείων, πλατεία Ελευθερίας, παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός, στρατόπεδο Παύλου Μελά, κι αλλού, κι αλλού: χώροι βασανιστηρίων, εκτελέσεων, φυλάκισης, σκότους. Ασήμαντοι τόποι, αφανείς, αποτελούν τον «άλλο» εικοστό αιώνα της πόλης. Βοούν.
Ιβίσκος ο εδώδιμος
Ή αλλιώς η μπάμια. Συλλεκτικές –όσες δεν δόθηκαν αντιπαροχή– οι καπουτζηδιανές μπάμιες, δηλαδή οι της Πυλαίας: πεντάγωνες νάνες, ψηλές και πολύμορφες, σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα. Ευσταλείς, κρεατωμένες, τραγανές, κοστίζουν τουλάχιστον το διπλάσιο από τις κοινές θνητές, μα στο ξεπληρώνουν στο τραπέζι. Πριν από την τουρκοκρατία τα κτήματα των καπουτζηδιανών, οι οποίοι ήταν όχι μόνο οι καστροφύλακες της ανατολικής Πύλης («καπού») αλλά και δεινοί αμπελοκαλλιεργητές, εκτείνονταν από τα Κάστρα μέχρι τη σημερινή Νέα Ραιδεστό, ενώ κατείχαν μεγάλες εύφορες εκτάσεις και στην Τούμπα, στο Ντεπώ, στο Καραμπουρνάκι και στην Καλαμαριά.
Καλαμαριά
Η πίσω πόρτα της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνοι, η παραβαρδάρια δυτική είσοδός της αποτελεί την πλέον «επίσημη» δίοδό της εδώ και αιώνες: από εκεί μπήκαν και βγήκαν οι ξένοι στρατοί (Γερμανοί, Βούλγαροι, Γκαλάκτικα Φόρσες), από εκεί μπήκε ο ελληνικός στρατός το 1912, από εκεί γκαζώνει κανείς για να βρεθεί στην ηπειρωτική χώρα. Ομως η πλέον πολυπληθής είσοδος νέου πληθυσμού στην πόλη συνέβη στα 1920-22 από τις αμμουδιές της Καλαμαριάς, όταν περισσότεροι από διακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες από τον Καύκασο, το Καρς και τη Μικρασία αποβιβάστηκαν από τα πλοιάρια που τους μετέφεραν, απολυμάνθηκαν στο επιτόπιο απολυμαντήριο και εγκαταστάθηκαν στα στρατιωτικά παραπήγματα της περιοχής. Το τι πέρασαν από κει και μετά αποτελεί μια πονεμένη ιστορία. Οχι, η πινακίδα στη στάση της αστικής συγκοινωνίας με την ένδειξη «Απολυμαντήριο» στο ύψος της σημερινής πλαζ της Καλαμαριάς δεν αποτελεί σήμανση καφετέριας.
Λέξεις
Η Θεσσαλονίκη των λέξεων. Η Θεσσαλονίκη του Πεντζίκη, του Μπακόλα, του Καζαντζή, του Ιωάννου, του Ναρ, του Ταχτσή, αλλά και του Εντμουντ Κίλι, του Μισέλ Μπιτόρ και του Λακαριέρ. Ελληνες και ξένοι συγγραφείς που μεταστοιχείωσαν την πρώτη ύλη της πόλης σε μιαν «άλλη» Θεσσαλονίκη.
Δρόμοι, άνθρωποι, παλιά και σύγχρονη ιστορία πυροδοτούν την έμπνευση και πολεοδομούν τη Θεσσαλονίκη των λέξεων, δηλαδή τη Θεσσαλονίκη του προσωπικού μύθου, ενίοτε πιο συναρπαστική από την υπαρκτή.
Μυδοπίλαφο, Μοδιάνο, Λαδάδικα
Μας τελείωσαν.
Νίκης, λεωφόρος
Δηλαδή η παλιά παραλία. Με τις αθέατες φαντασμαγορίες της. Από κάτω της κείτονται μπαζωμένα τα τείχη της πόλης. Λίγα μέτρα μετά την προκυμαία βρίσκονται ποντισμένες στον υδραργυρούχο πυθμένα ελληνιστικές λάρνακες προορισμένες να αποκρούσουν τα πλοία των Σαρακηνών. Πιο πέρα από τον κυματοθραύστη το τουρκοφάγο θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» κείται στο βυθό με την πλώρη του στραμμένη προς το Λευκό Πύργο.
Στ’ ανοιχτά το μεταλλικό φέρετρο ενός Βρετανού συμπληρώνει 80 χρόνια ζωής στο Θερμαϊκό πυθμένα. Η υποβρύχια Θεσσαλονίκη καλά κρατεί.
Oθωμανική Τράπεζα (πρώην)
Γωνία Φράγκων με Λέοντος Σοφού. Στα 1903 μια ομάδα Βούλγαρων αναρχικών την ανατινάζει, ενώ σκορπά βόμβες σ’ όλη την πόλη επί τρεις τουλάχιστον μέρες. Νεκροί και πανικός, ενώ η τοπική Ιστορία σκανάρει σκηνές με δυναμίτες που σκάζουν στα καφωδεία της παραλίας. Το κτίσμα καταρρέει, μα του απομένει όρθια λίγη πρόσοψη, καθώς και τα δυο εράσμια αγάλματα του κήπου, με τα δάχτυλα του χεριού τους ακρωτηριασμένα μέχρι σήμερα από εκείνες τις βόμβες. Είναι τα αγάλματα που σήμερα αντικρίζουν τους τραπεζικούς, τους δικηγόρους και τους βιοτέχνες να μην έχουν στα πάρκινγκ μοίρα.
Πορτάρα, η
Ψηλά στα Κάστρα. Ο καλύτερος τρόπος για να τη δείτε είναι στο βίντεο. Στο «Ξυπόλυτο Τάγμα» του Γκρεγκ Τάλας αποτελεί το σκηνικό για μιαν από τις πλέον αστικοδίαιτες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Ενα φιλμ που παίρνει ζωή από την καθαρή πρωτεΐνη της Θεσσαλονίκης: τους αλάνηδες χώρους της.
Ρύποι
Οι ατμοσφαιρικοί. Οι τιμές συγκέντρωσής τους είναι ανώτερες από εκείνες του Λος Αντζελες. Δεν το είπε η τηλεόραση αλλά οι μετρήσεις.
Σοφίας Αγίας, ναός
Ενας ναός που τόσο ο ίδιος όσο και η αυλή του συνδέθηκαν άμεσα με την Ιστορία της πόλης κατά τους τελευταίους 13 αιώνες. Προσέξτε καλά την κεραμιδένια σκεπή από το πρόπυλο του αυλόγυρου, το οποίο είναι χτισμένο πάνω στην ομώνυμη πλατεία μπροστά στο ναό. Τα κεραμίδια του τα μάζεψε ένα ένα με τα χέρια του ο αρχιτέκτονας Ιωάννης Σιάγας από τα σπίτια της γειτονιάς που καταστράφηκαν κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Γι’ αυτό και είναι μαυρισμένα.
Ταφόπλακες
Αυτές με τις οποίες είναι στρωμένος ο περιβάλλων χώρος της Καμάρας. Φερμένες από το ξεπατωμένο εβραϊκό νεκροταφείο. Πισίνες, πεζοδρόμια, αυλές, περιτειχίσματα είναι μερικοί μόνον από τους χώρους της πόλης οι οποίοι ντύθηκαν με τα απομεινάρια αυτού του παμπάλαιου καλοχωνεμένου κοιμητηρίου. Που ακόμη περιμένει το μνημείο του σε κάποια γωνιά της πανεπιστημιούπολης.
Υόρκη, Νέα
Τις φτωχογειτονιές αυτής της μεγαλούπολης φέρνει στο νου του Χέρμαν Μέλβιλ το θέαμα των δρόμων της Θεσσαλονίκης. Ο συγγραφέας επισκέπτεται την πόλη στα 1856 και καταγράφει στο ημερολόγιό του: «Η οροφή της Ροτόντας μωσαϊκό. Γυάλινο. Κομμάτια πέφτουν συνεχώς στο πάτωμα. Πήρα μαζί μου αρκετά. Οι δρόμοι στενοί, σαν δρομάκια για αγελάδες, μυρίζουν σαν αχυρώνες. Η όψη των δρόμων μοιάζει με εκείνη των χαλασμένων σπιτιών του Five Points, τη φτωχογειτονιά της Νέας Υόρκης».
Φωτογραφία
Κατοχή, χειμώνας του 1941. Ενα δεκαπεντάκιλο δεκάχρονο αγόρι σκαλίζει ένα σκουπιδοτενεκέ στη γωνία Εγνατίας με Πλάτωνος, απέναντι από την Αχειροποίητο. Ξέρει πως εκεί πετάει τ’ αποφάγια ο μάγειρας του κατέναντι γερμανικού φρουραρχείου. Ενας φαντάρος φωτογραφίζει τη σκηνή από το μπαλκόνι. Ο πόλεμος σχολνά και η φωτογραφία καταχωρίζεται σε κάποιο άλμπουμ με τη λεζάντα: «Να πώς καθάριζαν οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης από τα σκουπίδια». Είκοσι χρόνια μετά ένας Ελληνας που δουλεύει στο Αμβούργο ως μηχανικός βρίσκεται καλεσμένος στο σπίτι μιας ηλικιωμένης φίλης του Γερμανίδας. Ξεφυλλίζουν, μαζί κι ο γιος της, οικογενειακές φωτογραφίες, μέχρι που φτάνουν και στην προκείμενη. Ο Ελληνας μηχανικός είναι εκείνο το δεκάχρονο παιδί, ο Γερμανός γιος είναι εκείνος ο φωτογράφος, η σκηνή που απεικονίζει είναι αυτή της σκουπιδοφαγίας. Ο Γερμανός ζήτησε συγγνώμη. Για τη λεζάντα που έγραψε. Το περιστατικό, μαζί και η φωτογραφία, δημοσιεύτηκαν στον τοπικό Τύπο.
Χλωρίδα
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης αποτελούν ένα μοναδικό βιότοπο της χαροκαμένης χλωρίδας της πόλης, ένα ζωντανό μουσείο των φυτών της. Επειτα από μελέτη που εκπόνησε το Εργαστήριο Συστηματικής Βοτανικής και Φυτογεωγραφίας του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ, καταγράφηκαν 263 διαφορετικά φυτά που αυτοφύονται στα τείχη της πόλης. Ενα από αυτά, το Silene Thessalonica, πήρε το όνομά του από την πόλη, γεγονός σπανιότατο στα διεθνή βοτανικά πρακτικά. Αλλα, όπως ο αΐλανθος –δηλαδή η κοινότατη βρομούσα, κινεζικής προέλευσης– εισήχθη, για καλλωπισμό, από τους Τούρκους και με το ριζικό του σύστημα ρωγματώνει επικίνδυνα τα τείχη. Η συκιά, η μουριά, το αμπέλι, η ροδιά και η αμυγδαλιά, που συναντώνται διάσπαρτα σε απόμερα σημεία των τειχών, αποτελούν φυτά που «διέφυγαν» από τους κήπους και τα πάρκα της παλιάς Θεσσαλονίκης και συνεχίζουν τώρα τη ζωή τους εκεί, του καλού καιρού. Οποιος ορέγεται μπορεί να μαζέψει και άφθονη κάππαρη.
Ψηφιδωτό
Μορφή ανδρός που κύπτει στατικά. Το δεξί του χέρι είναι υψωμένο, η παλάμη ανοιχτή σε σχήμα άμυνας, απόκρουσης – ή μήπως ενός φρικώδους χαιρετισμού; Αντίκρυ του ένα υπέρογκο κεφάλι λέοντος. Ο λέων διαθέτει στους πρόποδές του ένα παχύ σφραγισμένο βιβλίο. Ο γήινος και το κτήνος κοιτάζονται κατάματα. Το βλέμμα του αίλουρου ανθρωποφέρνει, κάπως αμήχανο, ενώ του ανδρός δείχνει εξόχως αποφασισμένο. Βρισκόμαστε στον όσιο Δαβίδ, αντικρίζουμε τον προφήτη Ιεζεκιήλ και το κλειστό βιβλίο συμβολίζει τον προφήτη Μάρκο.
Ωκεανός, ο Ατλαντικός
Υπαρκτή θαλάσσια έκταση, κείμενη περί τα τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικά της πόλης. Οι καπνιστές ρέγκες, οι παστωμένοι μπακαλιάροι, τα κατεψυγμένα καβούρια και τα εξαιρετικώς δυσεύρετα χέλια του Μεσολογγίου και της Αγουλινίτσας –ωορριχθέντα στη Θάλασσα των Σαργασσών, όπως όλα τα χέλια του πλανήτη– αποτελούν τους πλέον συνεπείς μετακομιστές του ατλαντικού πολιτισμού στις γαστέρες των εντοπίων μπαγιάτηδων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου